To Web αλλάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου


Μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα που διαξήχθη το 2007 και της οποίας τα αποτελέσματα είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (περιοδικό Wired, Ιούνιος 2010) , στάθηκαν αφορμή για μια έντονη συζήτηση στους κόλπους της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και ευρύτερα της κοινότητας του Internet, σχετικά με τις επιδράσεις της χρήσης των νέων ηλεκτρονικών μέσων πληροφόρησης στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε τις πληροφορίες.


Συγκεκριμένα το έναυσμα έδωσε το πείραμα του καθηγητή της ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου του UCLA, Gary Small, κατά το οποίο μελέτησε τη δραστηριότητα του εγκεφάλου έξι ατόμων, καθώς αυτοί περιηγούνταν στο Internet. Τα τρία από τα άτομα ήταν έμπειροι και τακτικοί χρήστες του Διαδικτύου, ενώ τα άλλα το χρησιμοποιούσαν περιστασιακά και δεν ήταν τόσο εξοικειωμένοι με τον τρόπο που αυτό λειτουγεί, δηλαδή μέσω συνδέσμων υπερκειμένου και πάνω σε εικόνες και animated banners.

Οι έξι εθελοντές κλήθηκαν να «σερφάρουν» σε διάφορα sites ποικίλου περιεχομένου, με θέματα ευρύτατου ενδιαφέροντος, όπως διατροφικές συνήθεις, ταξιδιωτικοί προορισμοί, αγορές αυτοκινήτων κοκ. Εν συνεχεία, έγινε μια μαγνητική τομογράφηση του εγκεφάλου τους, προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν διαφορές σε επίπεδο εγκεφαλικής δραστηριότητας.
Οι διαφορές μεταξύ των έμπειρων και αρχάριων “surfers” ήταν εντυπωσιακή: στους προχωρημένους χρήστες του Internet, η εγκεφαλική δραστηριότητα ήταν πολύ πιο έντονη, ιδιαίτερα στην περιοχή του προμετωπιαίου φλοιού, του τμήματος εκείνου του εγκεφάλου όπου διεξάγονται οι άμεσες διεργασίες λήψης γρήγορων αποφάσεων και επίλυσης προβλημάτων.

Ακόμη πιο εντυπωσιακά όμως ήταν τα αποτελέσματα της δεύτερης φάσης του πειράματος: μετά από μια εβδομάδα εντατικής χρήσης του Internet από τα τρία, μη εξοικειωμένα άτομα, πλέον και αυτά παρουσίαζαν παρόμοια εικόνα εγκεφαλικής δραστηριότητας σε σχέση με τους «βετεράνους surfers». Κατ’ ουσίαν, διαπιστώθηκε λοιπόν ότι η χρήση του Internet, ούτε λίγο ούτε πολύ, αλλάζει τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου, αναδιοργανώνοντας τον τρόπο επικοινωνίας των νευρικών διόδων.

Από καλλιεργητές, γίναμε κυνηγοί
Η πρώτη διαπίστωση του πειράματος ήταν ότι πραγματικά το επίπεδο της εγκεφαλικής δραστηριότητας αυξάνεται με τη χρήση του Web. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι γινόμαστε και εξυπνότεροι: υπάρχει μια ουσιώδης διαφοροποίηση μεταξύ της πρόσληψης πάρα πολλών πηγών πληροφορίας, και της αποτελεσματικής επεξεργασίας τους.
Όταν το Internet άρχισε να διαδίδεται, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και περισσότερο βεβαίως μέσα στη δεκαετία του 1990, επικράτησε τεράστιος ενθουσιασμός για τον επαναστατικό τρόπο αναζήτησης της πληροφορίας μέσα από τα web links, τους υπερ-συνδέσμους (hyper-links), που «διακτίνιζαν» τον αναγνώστη ενός ηλεκτρονικού κειμένου από το ένα σημείο στο άλλο, οδηγώντας συνεχώς σε νέες συναρπαστικές ανακαλύψεις στο πεδίο της γνώσης. Σε αντίθεση με τον, εν πολλοίς, γραμμικό τρόπο ανάγνωσης ενός έντυπου κειμένου, η μέθοδος αναζήτησης πληροφορίας στο Internet που διεξάγεται με διαδοχικά άλματα από το ένα link στο άλλο, οδηγεί σε ένα διαφορετικό μοντέλο γνωστικής πρόσληψης.

Γρήγορα όμως, ο ενθουσιασμός μετατράπηκε σε σκεπτικισμό, καθώς δεκάδες μελέτες ψυχολόγων, νευροεπιστημόνων και ειδικών στο χώρο της πληροφορικής, κατέτειναν στο συμπέρασμα, ότι σε τελική ανάλυση, εκείνο στο οποίο εθιζόμαστε, είναι στο βομβαρδισμό από πάρα πολλές περιληπτικές, σύντομες ειδήσεις και περιεκτικά νέα, τα οποία δεν εμβαθύνουν σε κάποιο θέμα, αλλά απλώς το «φωτογραφίζουν».
Σε τελική ανάλυση, ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος πλέον αντλεί το μεγαλύτερο ποσοστό πληροφόρησης και γνώσης όχι από το βιβλίο, αλλά από τα ηλεκτρονικά μέσα, μετατρέπεται από καλλιεργητή σκέψης και ιδεών, σε θηρευτή και συλλέκτη άπειρων σπαραγμάτων γνώσης, τα οποία απλώς καταναλώνει στα γρήγορα, χωρίς να σταθεί και να εμβαθύνει σε αυτά.
Ο τρόπος με τον οποίο είναι διαμορφωμένες οι ιστοσελίδες σήμερα, δεν ευνοούν την απρόσκοπτη μελέτη ενός θέματος: κάθε κείμενο είναι περιστοιχισμένο από εικόνες, βίντεο, banners, ενώ από το παρασκήνιο του λειτουργικού συστήματος έρχονται ολοένα ειδοποιήσεις για καινούρια e-mails, ενημερώσεις του συστήματος, κλήσεις για instant messaging, αλλά και τις, πολύ δημοφιλείς τώρα τελευταία, ανανεώσεις του status σε δημοφιλή sites κοινωνικής δικτύωσης.

Πολύ ενδιαφέροντα είναι και τα πειράματα που καταδεικνύουν ότι η ανάγνωση των πραδοσιακών μέσων, ευνοεί περισσότερο την εις βάθος αντίληψη του περιεχομένου τους: ο ερευνητής Erping Zhu, του Πανεπιστημίου του Μίτσιγκαν, έβαλε κάποιος εθελοντές να διαβάσουν ένα κείμενο κλασσική λογοτεχνίας από το έντυπο, και άλλους από υπολογιστή, και σύγκρινε την ικανότητά τους να απαντήσουν ορθά σε ερωτήσεις γύρω από την πλοκή του έργου: όπως αποδείχθηκε, οι αναγνώστες του συμβατικού βιβλίου, είχαν διαμορφώσει πιο ολοκληρωμένη αντίληψη για το έργο, ενώ όσοι διάβασαν την ηλεκτρονική του μορφή, παρουσίαζαν κενά στην κατανόησή του.

Αλλάζει ο τρόπος που σκεπτόμαστε
Όπως διαιστώθηκε από τέτοιου είδους πειράματα, η ανάγνωση ψηφιακών εγγράφων με links, παρεμποδίζει τη βαθύτερη κατανόηση της πληροφορίας. Αυτό συμβαίνει γιατί ο εγκέφαλός μς λειτουργεί σε γενικές γραμμές, με ένα σύστημα πρόσληψης και επεξεργασίας δεδομένων, που λειτουργεί σε δύο στάδια: στο πρώτο στάδιο έχουμε μια προσωρινή βαθμίδα αποθήκευσης πληροφοριών, περίπου όπως μια ενδιάμεση μνήμη buffer ή cache σε ένα υπολογιστικό σύστημα: σε αυτό το κομμάτι της βραχείας μνήμης, αποθηκεύουμε προσωρινά όλες τις πληροφορίες της στιγμής, τις οποίες μετά από λίγο θα ξεχάσουμε, καθώς μας είναι περιττές. Αντιθέτως σε δεύτερο στάδιο, τα δεδομένα περνάνε στο τμήμα τους εγκεφάλου όπου εδράζονται οι λογικές διεργασίες και στο οποίο επεξεργαζόμαστε τα προσληφθέντα δεδομένα, συγκρίνουμε, εκτιμούμε, απορρίπτουμε, συνθέτουμε και εν συνεχεία παράγουμε το δικό μας πνευματικό έργο, μέσα από τη δικιά μας φαντασία και δημιουργικότητα.
Βομβαρδιζόμενοι καθημερινά από μύρια όσα άχρηστα δεδομένα «σκουπιδοπληροφορίας», δημιουργούμε μια υπερφόρτωση στο πρώτο στάδιο της προσωρινής μας μνήμης, κι έτσι δεν τροφοδοτούμε με επαρκές γνωστικό φορτίο το δεύτερο στάδιο της μετατροπής του πρωτογενούς γνωστικού υλικού σε εννοιολογική γνώση.
Η εξοικείωση με τα ηλεκτρονικά μέσα φυσικά δεν είναι μόνο αρνητική: σε άλλους τομείς της ανθρώπινης φυσιολογίας, όπως είναι ο συντονισμός των οπτικών ερεθισμάτων με τις κινήσεις των χεριών, ή την ταχύτητα και την ακρίβεια των αντανακλαστικών μας αντιδράσεων, οι επιπτώσεις είναι θετικές: σε μελέτη των ερευνητών Shawn Green και Daphne Bavelier που δημοσιεύθηκε το 2003 στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό Nature, αποδείχθηκε ότι οι παίκτες των videogames δράσης, αναπτύσσουν ιδιαίτερες δεξιότητες στους προαναφερθέντες τομείς, αντιδρώντας πιο γρήγορα και εύστοχα σε γρήγορα επαναλαμβανόμενα σενάρια.

Αναπόδραστα πρέπει να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα νέα ηλεκτρονικά μέσα και να τα εκμεταλλευόμαστε, αλλά όπως προκύπτει από τις έρευνες, πρέπει και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο και κυρίως το ρυθμό με τα οποία τα χρησιμοποιούμε. Σε αυτά τα πλαίσια, τα συμβατικά μέσα πρόσληψης γνώσης, όπως το βιβλίο, επανακτούν την αξία τους, μετά από μια περίοδο άκριτης αμφισβήτησής τους από τους υπέρμαχους των νέων μέσων και του Internet. Έτσι λοιπόν, την επόμενη φορά που θα καθίσετε μπροστά από μια οθόνη (υπολογιστή ή κινητού)  γεμάτη widgets που ανανεώνονται ανά πάσα στιγμή, σκεφτείτε αν όλες αυτές οι πληροφορίες που αποκτάτε με «τηλεγραφικό» τρόπο, δεν είναι παρά «σκουπίδια» που φράζουν τις πύλες τις ευρύτερης αντίληψης, της φαντασίας και της δημιουργικότητάς σας!

0 Response to To Web αλλάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου

Δημοσίευση σχολίου